έργατα

έργατα
τα дела, подвиги

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "έργατα" в других словарях:

  • ἐργάτα — ἐργάτᾱ , ἐργάτης workman masc nom/voc/acc dual ἐργάτης workman masc voc sg ἐργάτᾱ , ἐργάτης workman masc gen sg (doric aeolic) ἐργάτης workman masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάτᾳ — ἐργάται , ἐργάτης workman masc nom/voc pl ἐργάτᾱͅ , ἐργάτης workman masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάτας — ἐργάτᾱς , ἐργάτης workman masc acc pl ἐργάτᾱς , ἐργάτης workman masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάταν — ἐργάτᾱν , ἐργάτης workman masc acc sg (epic doric aeolic) ἐργάτης workman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κορμί — το (ΑM κορμίον, Μ και κορμί και κορμίν) σώμα, κυρίως ανθρώπινο, αλλά και ζώου νεοελλ. ο κορμός τού σώματος ανθρώπου ή και ζώου 2. παράστημα, κορμοστασιά 3. άνθρωπος, άτομο, πρόσωπο, ανθρώπινη υπόσταση (α. «από τα λόγια τα μορφα κορμί μεγάλον… …   Dictionary of Greek

  • ἐργάται — ἐργάτης workman masc nom/voc pl ἐργάτᾱͅ , ἐργάτης workman masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»